Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008


πρόλογος

Η εργασία αυτή έγινε με την πεποίθηση ότι χρειάζεται να συνεχισθεί η προσπάθεια προκειμένου να καταγραφεί σήμερα ό,τι υπήρξε και ό,τι παραμένει ζωντανό και γνωστό από τη παλαιά μας Γλώσσα.
Προσπαθήσαμε να εστιάσουμε την προσοχή μας σε λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Κερκυραίοι στην γλώσσα τους πριν από την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα και την προσαρμογή στην νεοελληνική γλώσσα.
Οι λέξεις που περιλαμβάνονται στο λεξικό που ακολουθεί, είναι κατά βάση λέξεις που ενσωματώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στην γλώσσα των Κερκυραίων από τον ύστερο μεσαίωνα μέχρι και την Ένωση της Κέρκυρας με την Ελλάδα.
Εκείνη την εποχή βρισκόταν υπό διαμόρφωση μια γλώσσα που τα απομεινάρια της χρησιμοποιούμε μέχρι και σήμερα. Αυτά τα απομεινάρια καθώς και οι νεολογισμοί που δημιουργήθηκαν μετά την Ένωση, δίνουν την εντύπωση ενός ιδιώματος και μιας γλωσσικής ιδιαιτερότητας των Επτανησίων στα πλαίσια της νέας ελληνικής. Είναι προφανές ότι μια τέτοια διαπίστωση είναι λάθος. Αποφύγαμε να συμπεριλάβουμε (όσο ήταν δυνατόν) λέξεις που ήταν φανερό ότι ενσωματώθηκαν μετά την Ένωση και αυτό διότι αφενός συμπεριλαμβάνονται σε λεξικά της νεοελληνικής Γλώσσας και αφετέρου γιατί κάτι τέτοιο θα μας εμπόδιζε να έχουμε μια όσο γίνεται καθαρότερη εικόνα για την Γλώσσα των προγόνων μας.
Για αυτό ακριβώς το λόγο παραθέτουμε στο λεξικό που ακολουθεί 5.000 λέξεις από τις σχεδόν 10.000 που συγκεντρώσαμε.
Εάν μέχρι σήμερα διασώζονται 5 000 λέξεις είναι φανερό ότι μαζί με όσες χάθηκαν στο διάβα των αιώνων , οι προγονοί μας, στην καθημερινή τους ζωή, θα πρέπει να μιλούσαν μια γλώσσα που αν και είχε πολλά στοιχεία της ελληνικής γλώσσας στην εξέλιξη της, εν τούτοις η επικοινωνία με τους γειτονικούς πληθυσμούς θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον δύσκολη.
Αν σκεφθεί κανείς ότι σήμερα σώζονται τουλάχιστον 5.000 λέξεις από την παλαιά μας γλώσσα και τουλάχιστον άλλες τόσες έχουν χαθεί, τότε θα πρέπει να μιλάμε για ένα μέγεθος λεξιλογίου ανάλογο με αυτό αρκετών ενεργών εθνικών γλωσσών.
Η γαλλική γλώσσα, για παράδειγμα έχει ένα βασικό λεξιλόγιο της τάξεως των 10.000 λέξεων.
Στην περίπτωσή μας, η παλαιά μας γλώσσα βρέθηκε σε μια διαδικασία διαμόρφωσης που για ιστορικούς λόγους δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.



Όταν λέμε «στην καθημερινή τους ζωή» εννοούμε ότι και στην δική μας περίπτωση, η γλώσσα της Εκκλησίας, του «Φάρι τσίβιλι» και των Ενετών, είχε ελάχιστη σχέση με την γλώσσα των ανθρώπων στην καθημερινή τους ζωή. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι τα εκκλησιαστικά κείμενα , τα έγγραφα των Νοταρίων η τα κρατικά έγγραφα ήταν εντελώς ακατανόητα .
Ο αναγνώστης θα πρέπει να λάβει υπ’όψιν του ότι αναφερόμαστε σε μια εποχή (από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα) που δεν είχαν συγκροτηθεί ακόμα τα εθνικά κράτη με την σημερινή τους μορφή και ο χάρτης της Ευρώπης ήταν τελείως διαφορετικός από τον σημερινό.
Οι γλώσσες με την μορφή που τις γνωρίζουμε σήμερα δεν υπήρχαν, παρόλο που στην περίπτωσή μας ο προβληματισμός περί της νέας ελληνικής γλώσσας, υπήρχε ήδη από τον 19ο αι., μέσω του Κοραή, αλλά και τον 18ο. Π.χ. το 1814 ο Ι. Βηλαράς γράφει τη «Ρωμέικη γλώσσα», το 1853 ο Π. Σούτσος τη «Νέα Σχολή του Γραφομένου Λόγου» κ.α.].
Αντίστοιχα η Νεοιταλική δεν υπήρχε και κάθε κρατίδιο είχε την δική του προφορικό και γραπτό λόγο.
Η γλώσσα που μιλούσαν , για παράδειγμα στην «Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας» ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν του Βασιλείου της Νάπολης. Ακόμα και εντός του Βασιλείου της Νάπολης η γλώσσα των «Γραικάνων» στο νότιο και ανατολικό τμήμα του Βασιλείου ήταν τελείως διαφορετική.
Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στον ελλαδικό χώρο, όπου αν και υπήρχε μια σχετικά ενιαία κρατική υπόσταση με την κυριαρχία των Βυζαντινών και αργότερα των Οθωμανών, με τις μετακινήσεις των βαλκανικών λαών είχε δημιουργηθεί ένα χαοτικό γλωσσικό περιβάλλον.
Η δημιουργία των Εθνικών κρατών έθεσε ως βασική προϋπόθεση για την συνοχή των πληθυσμών την δημιουργία μίας ενιαίας Εθνικής Γλώσσας.
Πάρ’αυτα έχουμε πολλά παραδείγματα όπως της Κορσικής ,της Μάλτας των Γαλλόφωνων και των Φλαμανδών του Βελγίου και άλλων , που διατήρησαν σε διαφορετικές συνθήκες την Γλώσσα τους.
Εμείς αφενός είχαμε την τύχη να ενταχθούμε σε ένα ευρύτερο πληθυσμιακό χώρο και προσαρμοστούμε στην Νεοελληνική ( όπου εδράζει σε μια από τις θεμελιώδεις γλώσσες του κόσμου) και την ατυχία, αφετέρου, να χάσουμε έναν γλωσσικό πλούτο που χρειάστηκαν αιώνες για να οικοδομηθεί.
Αυτή η εργασία ελπίζουμε να προσθέσει κάτι σε ότι έχει γίνει μέχρι σήμερα από αρκετούς συντοπίτες μας με σημαντικότερη προσπάθεια το «Κερκυραϊκό Γλωσσάρι» του Γεράσιμου Χυτήρη.
Η εργασία αυτή διήρκεσε πέντε χρόνια περίπου συγκεντρώθηκε και καταγράφηκε υλικό που πιστεύω ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο από τους συμπατριώτες μας όσο και από επιστήμονες γλωσσολόγους που ενδεχομένως να ενδιαφερθούν .
Η παλαιά Γλώσσα των Επτανησίων ήταν μια σύνθεση ,κατά βάση, Ενετικών και Αρχαιοελληνικών, και όπως όλες οι Γλώσσες του κόσμου, δεν ήταν μια «καθαρή» γλώσσα. Άλλωστε ουδέποτε υπήρξε η θα υπάρξει μια τέτοια γλώσσα. Όπως λέει ο Α. Χριστίδης στην «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας» «Ουδόλως υποτιμάται η αρχαία ελληνική γλώσσα, αν αποδεχτούμε ότι , όπως κάθε γλώσσα που μετέχει σε ένα αέναο και ασύνορο δούναι και λαβείν , δανείστηκε ξένες λέξεις.
Κι όπως σήμερα δεν ενοχλούμαστε (η δεν το ξέρουμε καν) από το ότι η λέξη « λουλούδι» έχει αλβανική καταγωγή ,έτσι και οι αρχαίοι δεν ενοχλούνταν (η δεν το ήξεραν όλοι τους )από το ότι το «ρόδον» ήταν πιθανότατα περσικής προελεύσεως. « Το 40% περίπου του λεξιλογίου της αρχαίας ελληνικής είναι προϊόν δανεισμού… « Καθαρές» γλώσσες δεν υπάρχουν , γιατί οι λαοί και οι πολιτισμοί δεν ζουν σε γυάλες , αλλά σε συνεχή επαφή , εχθρική η φιλική, μεταξύ τους».
Έτσι και η Γλώσσα των Επτανησίων ήταν μια γλώσσα η οποία συντέθηκε, δανείστηκε , δάνεισε και δημιούργησε τους δικούς της νεολογισμούς.
Ικανοποίησε την ανάγκη για να εκφραστεί ο πνευματικός και υλικός πολιτισμός των Επτανησίων στην κάθε ιστορική περίοδο. Ήταν ο τρόπος εντέλει που οι πρόγονοι μας έβλεπαν τον κόσμο τους.
Σ’αυτό το γοητευτικό ταξίδι αντιμετωπίσαμε πολλούς , μικρούς και μεγάλους κινδύνους Πολλές δυσκολίες και αρκετές ανεξήγητες (από εμάς τουλάχιστον) «περιοχές» της ιστορίας μας.
Δεν έγινε ,δυστυχώς, κατορθωτό να ασχοληθούμε με το σύνολο της Επτανησιακής γλώσσας επειδή η ιστορική διαδρομή του κάθε νησιού ήταν διαφορετική και οι επιδράσεις στην διαμόρφωση της γλώσσας στο κάθε νησί δημιουργούσαν σε εμάς δυσκολίες που ήταν σχεδόν ανυπέρβλητες.
Ωστόσο, από τα γλωσσάρια που χρησιμοποιήσαμε προκειμένου να διασταυρώσουμε λέξεις , διαπιστώναμε ότι ένα σημαντικό μέρος της γλώσσας μας ήταν κοινό . Περισσότερες ομοιότητες βρίσκαμε στο Κεφαλλονίτικο και στο Ζακυνθινό και λιγότερες στο Λευκαδίτικο.
Προτιμήσαμε να δουλέψουμε πάνω στην διαμόρφωση της γλώσσας των Κερκυραίων μη μπορώντας να διακινδυνεύσουμε μια συνολικότερη εργασία .
Από την αρχή δεν ήταν στις προθέσεις μας να ξεκινήσουμε με προκαθορισμένες απόψεις και συμπεράσματα που να δικαιώνουν εκ των προτέρων διαμορφωμένες αντιλήψεις.
Δεν μας χρειάζεται πλέον να αποδείξουμε ούτε την απευθείας και πέραν κάθε αμφιβολίας Αρχαιοελληνική μας καταγωγή .Ούτε να ορισθούμε σε σχέση με τις «Ευρωπαϊκές» μας επιρροές. Αντιθέτως έχουμε την ανάγκη να γνωρίσουμε το πολιτιστικό μας παρελθόν ως ένα ανεκτίμητο θησαυρό που χρειάζεται να διαφυλάξουμε.

Αυτή η εργασία ξεκίνησε τον Γενάρη του 2003 σε μια εποχή που οι συζητήσεις για την αναγκαιότητα μιας παγκόσμιας γλώσσας είχαν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο έντονες. Η αγγλική είναι εδώ και αρκετά χρόνια πλέον ,το πρόπλασμα και ο πυρήνας σε μια τέτοια προοπτική. Η Αγγλική, πέραν πάσης αμφιβολίας, είναι μια από τις σπουδαιότερες γλώσσες του κόσμου και δια μέσω αυτής αποτυπώθηκαν σπουδαία έργα του ανθρωπίνου πνεύματος. Ωστόσο ο τρόπος που την «επιβάλλει» η «κοινωνία της αγοράς» την υποβαθμίζει σε μια γλώσσα-κώδικα επικοινωνίας, παρά σε μια παγκόσμια γλώσσα όπου να μπορεί να εκφράσει το πολιτισμό της εποχής μας.
Την ίδια στιγμή αποκαλύπτεται η ανάγκη να υπάρξει ζωτικός χώρος για τον ασύλληπτο γλωσσικό πλούτο που διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Ο γλωσσικός πολιτισμός ,όπως και η εν γένει πολιτιστική δημιουργία ,μπορεί να ανθίσει και να συνεχισθεί μόνο στις συνθήκες της άμεσης αλληλεπίδρασης των ανθρώπων , στην ζωή των κοινοτήτων τους , και στην παγκόσμια αλληλεπίδρασή τους.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η παλαιά γλώσσα των Κερκυραίων δεν θα μπορέσει να ζωντανέψει ξανά . Το νήμα που κόπηκε δεν είναι δυνατόν να επανασυνδεθεί επειδή ακριβώς έχει μεσολαβήσει ένα μεγάλο και κρίσιμο ιστορικό κενό .
Δυστυχώς ανάλογους κινδύνους αντιμετωπίζουν σήμερα και οι Εθνικές γλώσσες όπως αυτές διαμορφώνονται μέχρι σήμερα . Οι γλωσσικές ζυμώσεις που γίνονται στις μέρες μας σε παγκόσμιο επίπεδο μοιάζουν να είναι μια προσπάθεια άρσης της πανάρχαιας «κατάρας» του πύργου της Βαβέλ όμως κάτι τέτοιο ,αν συμβεί ως αντικειμενική ανάγκη , θα πρέπει να αναδειχθεί και η ανάγκη για την προστασία του γλωσσικού πλούτου της ανθρωπότητας και την ανώτερη μορφής γλωσσικής επικοινωνίας των ανθρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο.


Σταμάτης Κυριάκης

Κέρκυρα 4 Ιανουαρίου 2008




















ΑΡΧΑΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (734 – 229 μ.Χ.)

Η γλώσσα των κατοίκων της Κέρκυρας βρίσκεται σε διαρκή διαμόρφωση εδώ και χιλιάδες χρόνια
Η περιπέτεια της Γλώσσας των Κερκυραιών αρχίζει από την αρχαιότητα . Οι Φαίακες , οι αρχαίοι κάτοικοι του νησιού , μιλούσαν τα αρχαία ελληνικά στην Δωρική διάλεκτο. Οι Δωριείς πρόγονοι τους είχαν μεταναστεύσει από τα νησιά του Αιγαίου πριν από το 734 π.Χ. και εξελίχθηκαν σε μια από τις πιο αξιόλογες ναυτικές δυνάμεις της εποχής.
Η κυριαρχία των Αρχαίων κατοίκων του Νησιού επί του πληθυσμού των ακτών της σημερινής νότιας Αλβανίας , και κυρίως της πλούσιας περιοχής του Βουθρωτού, είχαν καταστήσει αυτόν τον αρχαίο λαό σε μια περιφερειακή μεν , αλλά σημαντική δύναμη. Η πορεία του σημαδεύτηκε από τις συγκρούσεις με τους Κορινθίους, για την επικυριαρχία στην περιοχή ,με την ανάμειξη της Αθήνας και τέλος με τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους «δημοκρατικούς» και του «ολιγαρχικούς».
Η Ρωμαϊκή εποχή (229π.Χ. – 337μ.Χ.) έβαλε την Κέρκυρα σε στασιμότητα . Η μορφολογία του εδάφους εμπόδιζε την ανάπτυξη ενός αυτοδύναμου χώρου. Το επίπεδο ανάπτυξης της γεωργίας καθοριζόταν από τις μεγάλες πεδιάδες ,τα ποτάμια και γενικά από τις εύκολα καλλιεργήσιμες περιοχές. Οι Ρωμαίοι δεν έδωσαν , ως εκ τούτου , σημασία στην ανάπτυξη του νησιού.
Η περίοδος αυτή διακόπηκε στο τέλος της Ρωμαϊκής εποχής με την ολοκληρωτική καταστροφή της Κέρκυρας από τους Γότθους του Τωτίλα.
Οι ελάχιστοι κάτοικοι που επέζησαν εγκατέλειψαν την Αρχαία πόλη, ( κόλπος Γαρίτσας - Ανάληψη), και δημιούργησαν ένα υποτυπώδη οικισμό στο λόφο του σημερινού παλαιού φρουρίου.
Ο μεσαίωνας που ακολούθησε (χωρίς να μπορεί να είναι κανείς σίγουρος) θα πρέπει να έσβησε τα σημάδια της απευθείας επίδρασης της αρχαίας γλώσσας , πόσο μάλλον που οι επιζήσαντες της αρχαίας πόλης ήταν ελάχιστοι.
Ωστόσο στη Γλώσσα των μετέπειτα πληθυσμών και μέχρι σήμερα υπάρχουν πολλά ίχνη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αλλά οι περισσότερες λέξεις η ήρθαν ως αντιδάνεια η τις μετέφεραν πληθυσμοί που μεταφέρθηκαν στο νησί , κυρίως κατά την Ενετική περίοδο.
Η λέξη , πχ Κόρο που σημαίνει χορωδία , προέρχεται από τον Χορό του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Την λέξη όμως δανείστηκαν καταρχήν οι Ρωμαίοι ως Chorus, την πήραν οι Ενετοί ως Coro, την χρησιμοποίησαν οι Κερκυραίοι, κατά την Ενετική περίοδο , ως κόρο για να καθιερωθεί στην νεοελληνική γλώσσα ως χορωδία.
Επίσης η λέξη άστα που σημαίνει σήκω, προέρχεται επίσης από την αρχαιοελληνική λέξη ίσταμαι -σηκώνομαι , έφτασε στην ενετοϊταλική ως asta = πλειστηριασμός , astante = ιστάμενος, για να γίνει στην Κέρκυρα άστα- σήκω .
Πολλές άλλες λέξεις που βρίσκουμε στο λεξιλόγιο μας , όπως διαμορφώθηκε μετά τον μεσαίωνα έχουν αρχαιοελληνική ρίζα χωρίς όμως να είμαστε βέβαιοι για την διαδρομή τους . Για παράδειγμα η λέξη Στιά = φωτιά προέρχεται από την Εστία , η λέξη Λαρνάκι από την Λάρναξ , η λέξη Αγγιό = δοχείο από το Αγγείο , Αγερμός = Ξεσηκωμός από το Εγείρω , Αθήρι = το καλύτερο από το Αθήρ , Απελησιά = ρίψη από το Απελαύνω , Λητάρι = σχοινί από το Ειλητάριον, ο Τέρμονας = σύνορο του αγροτεμάχιου από την αρχαιοελληνική λέξη Τέρμων και πλήθος άλλες που μπορεί κανείς να βρει στο Λεξικό που ακολουθεί.



ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ
(Ανατολική Ρώμη, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, Α Ενετική περίοδος, Δεσποτάτο της Ηπείρου, Κυριαρχία των Ανδιγαυών 337 μ.Χ – 1386 μ.Χ )



Το τέλος της Αρχαιότητας και η είσοδος στην εποχή του Μεσαίωνα μετέτρεψαν το νησί σε μια εγκαταλελειμμένη περιοχή δασώδη και με ελάχιστους κατοίκους . Από το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος (337μ.Χ. – 733μ.Χ.) και κατά την διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας (733μ,Χ.-1204 μ.Χ. ) η Κέρκυρα ήταν ένα πλωτό προγεφύρωμα , μια παραμεθόριος περιοχή των βυζαντινών και ένα εξαιρετικά αφιλόξενο και ανασφαλές μέρος για να αναπτυχθεί μόνιμος ντόπιος πληθυσμός σε μεγέθη ανάλογα με την έκταση του νησιού.
Η καθιέρωση της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και του Χριστιανισμού στην Ανατολική Ρώμη είχαν ως συνέπεια να διατηρηθούν αρκετά στοιχεία της Αρχαιοελληνικής στην μετέπειτα Βυζαντινή περίοδο.
Οι κάτοικοι του νησιού ήταν, σχετικά με την έκταση του νησιού, λίγοι και κυρίως συνοριοφύλακες – ακρίτες των βυζαντινών προερχόμενοι από διάφορες μακρινές φυλές. Ελληνοσύριοι Mανδραίτες, Βούλγαροι , λίγοι αγρότες , παπάδες και μοναχοί.
Οι Βυζαντινοί είχαν οχυρώσει τις βόρειο δυτικές ακτές του νησιού σε ένα «πέταλο» στους βορειοδυτικούς πρόποδες του όρους Ιστώνη (Όπως ονομάζοταν στην αρχαιότητα το όρος Παντοκράτορας) που άρχιζε από την Κασσιώπη και τις πλαγιές πάνω από τις Νυμφές , το Ζυγό μέχρι του Τρουμπέτα τους Χωροεπισκόπους και το Σκριπερό , μέχρι το Βίστωνα και το Αγγελόκαστρο. Και από τις παραλίες πίσω από τους Γιαννάδες και το Μάρμαρο μέχρι το Αη Μαθιά και το Γαρδίκι.
Φρούρια , φυλάκια και Βίγλες δημιουργούσαν αυτό το τόξο άμυνας των Βυζαντινών απέναντι στις επιβουλές των δυτικών, αλλά και ως εφαλτήριο ( όπως στην εκστρατεία του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου του Α΄) προς τις εύφορες πεδιάδες της Απούλια και του Σαλέντο.
Θεωρείται ότι το Σκριπερό, οι Χωροεπισκόποι, οι Καστελάνοι Γύρου και Μέσης πρέπει να είναι από τους πρώτους οικισμούς της μετά κλασικής Κέρκυρας . Πιθανολογείται ότι κτίσθηκαν την εποχή του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ Α του Κομνηνού μεταξύ του 1150 μ.Χ έως 1183μ.Χ. Τότε οχυρώθηκε με τείχη η πόλη εντός του σημερινού παλαιού φρουρίου, το φρούριο της Κασσιώπης , το Αγγελόκαστρο, οι οχυρώσεις στους Καστελάνους Γύρου και Μέσης, το φρούριο στο Γαρδίκι του Αη Μαθιά επίσης ιδρύθηκαν τα δύο ιερά τάγματα Λευτεριωτών παπάδων και ακολούθησε η ίδρυση της μονής Παλαιοκαστρίτσας. Η φρουρά της γραμμής της Ιστώνης αποτελείτο από μια πολεμοχαρή φυλή Ελληνοσύρων που ονομάζονταν Μανδραϊτες και που είχαν χρησιμοποιηθεί ως Ακρίτες των συνόρων του Βυζαντίου και στη Αλβανία. Όπως αναφέρει ο Χαρίλαος Γουλής στο βιβλίο του « Το Σκριπερό», το Σκριπερό θεωρείται πιθανότερο να έλαβε το όνομά του από την λέξη Σκραπάρ που στην γλώσσα των Μανδραιτών σημαίνει οχυρό , στην Αλβανία υπάρχει επίσης χωριό που λέγεται Σκραπάρ. [Σκανδιναβοί μισθοφόροι, οι λεγόμενοι Βαράγγοι , οι Άνδριώτες του Γαρδικίου , οι Αρμένηδες από την Μικρά Ασία , οι Βρυώνηδες του τάγματος της Ιλλυρίας , οι Παυλιανοί μισθοφόροι και άλλες φυλές που χρησιμοποιήθηκαν ως ακρίτες των συνόρων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας αποτέλεσαν έναν πρώτο , μετά την αρχαιότητα σημαντικό πληθυσμό του νησιού.
Τότε εμφανίζονται και οι πρώτοι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού μετά την αρχαιότητα , είναι απόστρατοι η φυγάδες από τον βυζαντινό στρατό , κουρσάροι που εγκατέλειψαν τη ζωή στη θάλασσα , φυγόδικοι από άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας .
Δημιουργούν πρόχειρους οικισμούς – κατοικιές στις πιο αφιλόξενες και δύσβατες περιοχές και ασχολούνται υποτυπωδώς με την γεωργία . Από το Σκριπερό μέχρι το λιβάδι του Ρόπα στις άκρες από τα έλη έχουμε τους πρώτους οικισμούς που σήμερα είναι τα χωριά Γιανάδες , Μάρμαρο κλπ.
Περισσότερα μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο του συμπατριώτη μας Οδυσσέα-Κάρολου Κλήμη « Η Κοινωνιολογία του Κερκυραικού λαού» και ιδιαίτερα στο κεφάλαιο «Η καταγωγή των Κερκυραίων». [Υποσημείωση]

Η επίδραση τους στην γλώσσα που διαμορφώθηκε αργότερα πρέπει να ήταν πολύ μικρή . Τοπωνύμια και ονόματα πάντως, δείχνουν ότι καθιερώθηκαν από λέξεις της προέλευσης αυτών των φυλών.
Οι λόγοι για τους οποίους δεν έχουμε μεγάλη ανάπτυξη του πληθυσμού σε αυτήν την περίοδο είναι προφανείς . Η περιοχή ήταν εξαιρετικά επισφαλής και επικίνδυνη ,αφενός , αλλά και πολύ δύσκολη για να αναπτυχθεί γεωργία με τα μέσα της εποχής . Ακόμα και η περιοχή του Σιδαριού μέχρι τους Αγίους Δούλους που είναι σήμερα πεδινή, τότε ήταν ελώδης. Το λιβάδι του Ρόπα ήταν έλος και μόνο στη Λευκίμμη υπήρχαν επίπεδες εκτάσεις, αλλά η περιοχή εκεί ήταν εντελώς απροστάτευτη. Αυτός είναι και ο λόγος που τα σημάδια της Βυζαντινής εποχής στις παραδόσεις και στην γλώσσα των Κερκυραίων είναι λίγα.
Από το 1204 μ.Χ έως και το 1386μ.Χ έχουμε την Α Ενετική περίοδο, την κυριαρχία του Δεσποτάτου της Ηπείρου και την κυριαρχία κατόπιν των Ανδηγαυών . Καμιά μεγάλη αλλαγή δεν έχουμε αυτήν την περίοδο.
Ο μεγάλος εποικισμός του Νησιού γίνεται κατά την Β Ενετική περίοδο (1386 μ.Χ – 1799μ.Χ).
Οι πληθυσμοί που συρρέουν στην Κέρκυρα μετά το 1453 μ.Χ είναι κυρίως πρόσφυγες από περιοχές που περνούσαν στην κυριαρχία των Οθωμανών. Κωνσταντινοπολίτες, Βούλγαροι και κάτοικοι των γύρω περιοχών αποτελούν το πρώτο πολυπληθές κύμα προσφύγων που εγκαθίσταται στην Κέρκυρα.
Το δεύτερο μεγάλο κύμα προσφύγων προέρχεται κυρίως από την Πελλοπόνησο μετά την κατάληψη της από τους Οθωμανούς και την σθεναρή αντίσταση των Στραντιώτι του Κροκόνδηλο Κλαδά. Τουλάχιστον 10.000 Στραντιώτι η Εστραντιώτα , όπως λέγονταν οι υπερασπιστές της Πελλοπονήσου μαζί με τον άμαχο πληθυσμό , δηλαδή τουλάχιστον 40.000 άνθρωποι επιβιβάστηκαν στις Βενετικές γαλέρες και μοιράστηκαν στα Επτάνησα.
Το τρίτο μεγάλο κύμα προσφύγων προερχόταν από την Κρήτη μετά την κατάληψη της από τους Οθωμανούς το 1.630 μΧ. και την Κύπρο, νωρίτερα, (1571) με την Κατάληψη της Αμμοχώστου.
Σε αυτή την σημαντικότερη περίοδο της Κέρκυρας διαμορφώνεται η Γλώσσα , η μουσική , το θέατρο , η τοπική ενδυμασία , η κουζίνα και όλες εν γένει οι σχετικά νέες πολιτιστικές μας παραδόσεις , ο απόηχος των οποίων φτάνει ως τις μέρες μας ολοένα και πιο εξασθενημένος.
Η γλώσσα των Κερκυραίων διαμορφώθηκε εκείνη ακριβώς την περίοδο και οι επιδράσεις ήταν πολλές. Οι βασικότεροι όμως συντελεστές ήταν : Οι Ενετοί και η εγκατάσταση στο νησί των φυγάδων μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453 μ.Χ) .
Η μετακίνηση προσφύγων με την εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν μεγάλη και από διαφορετικά μέρη , δεν πρέπει όμως να παραλείψουμε τους τσιγγάνους της Βαγενετίας (μίας περιοχής βόρεια της Θεσπρωτίας το 1370-1386). Τους Εβραίους που ήρθαν από την Απούλια, την Καλαβρία και την Σαρδηνία (1490) , από την Νεάπολη (1494) και τέλος από την Πορτογαλία (1571).




ΟΙ ΕΝΕΤΟΙ (Β περίοδος 1386 μ.Χ - 1797 μ.Χ
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιόδους της ιστορίας του νησιού οι Ενετοί μπορούσαν , είχαν ανάγκη και ακολούθησαν εντελώς διαφορετική στρατηγική.
Η αρχή των Ενετών που συμπυκνωνόταν στην φράση “Siamo prima Veneziani et poi Cristiani” υποδήλωνε ότι ενδιαφερόταν κυρίως για τα οικονομικά τους συμφέροντα και δευτερευόντως για την γλώσσα η το θρήσκευμα των κατοίκων της κάθε περιοχής στην οποία κυριαρχούσαν.
Η Κέρκυρα τους ενδιέφερε περισσότερο σαν διαμετακομιστικός σταθμός και λιγότερο ως προκεχωρημένο φυλάκιο παρόλο που εδώ έφτιαξαν δυο από τα πιο ακριβά και μοντέρνα φρούριά τους.
Το λιμάνι της Κέρκυρας έγινε κέντρο εμπορικής διέλευσης των εμπορικών τους πλοίων, οι νεοφερμένοι κάτοικοι του νησιού ενθαρρυνθήκαν για την δενδροφύτευση ολόκληρου του νησιού με ελαιόδεντρα . Το λάδι ήταν ένα προϊόν στρατηγικής σημασίας για τους Ενετούς . Με αυτό ως καύσιμο εξασφάλιζαν τον φωτισμό των πόλεων και επιπλέον παρήγαγαν το πράσινο σαπούνι, το μοναδικό απορρυπαντικό της εποχής. Σχηματίζεται εκείνη την εποχή η τάξη των αριστοκρατών , η αγροτική τάξη και η πολυπληθής τάξη των δουλοπάροικων.
Όπως ήταν φυσικό η Ενετική ήταν η επίσημη γλώσσα. Σε αυτήν συντασσόταν τα επίσημα έγραφα , οι προκυρήξεις , τα συμβόλαια , τα έντυπα εν γένει . Ταυτόχρονα η Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά την ισχυρή θέση της Καθολικής Εκκλησίας, χρησιμοποιεί τον δικό της γραπτό και προφορικό λόγο.
Παράλληλα διαμορφωνόταν και η γλώσσα των απλών ανθρώπων που σε πολλές περιπτώσεις ,ιδιαίτερα στα πιο απομονωμένα χωριά είχαν πολύ ασθενείς δεσμούς με την κεντρική εξουσία.
Η Γλώσσα του λαού της Κέρκυρας εκείνη την εποχή διαμορφώνεται κυρίως από την επιρροή της Ενετικής και
από την επιρροή των φυγάδων από την Κύπρο και την Κρήτη οι οποίοι είχαν διαφυλάξει πολλά στοιχεία της Αρχαιοελληνικής αν και βρισκόταν υπό την Ενετική επικυριαρχία. Εάν προσθέσουμε και το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των Κρητών ,που μπόρεσε να αντέξει οικονομικά ένα τόσο μεγάλο ταξίδι εκείνης της εποχής άνηκε στις πιο εύπορες τάξεις , μπορούμε να συμπεράνουμε γιατί η επίδραση των Κρητών ήταν μεγαλύτερη σε σχέση με πρόσφυγες άλλων περιοχών. Στα Επτάνησα , μετά την επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Ελλαδικό χώρο , διαμορφώθηκε μια άλλη γλώσσα που συντέθηκε από την εξέλιξη της αρχαιοελληνικής κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα , και από την εξέλιξη της Λατινικής στην Βενετική κατά την ίδια περίοδο. Η συνάρθρωση της ήταν τέτοια που της έδινε τα χαρακτηριστικά μίας άλλης γλώσσας. Οι αλλεπάλληλες ιστορικές αλλαγές όμως δεν επέτρεψαν να μορφοποιηθεί με έναν πιο οριστικό τρόπο. Ο γραπτός και κυρίαρχος λόγος οριζόταν από την ιστορική συγκυρία.
Η αρχαιοελληνική γλώσσα άντεξε κατά την διάρκεια του μεσαίωνα για τους παρακάτω λόγους . Πρώτον υπήρξε μια από τις θεμελιώδεις γλώσσες του αρχαίου κόσμου και επικράτησε σε ολόκληρη την μεσόγειο, δεύτερον έγινε η επίσημη γλώσσα της ανατολικής Ρώμης , ως εκ τούτου και η επίσημη γλώσσα της ορθόδοξης εκκλησίας , και τρίτον οι εναπομείναντες αρχαίοι Έλληνες που περιοριστήκαν σε νησιά του νότου, μπόρεσαν να διαφυλλάξουν πολλά στοιχεία της γλώσσας τους.
Η Ενετική Γλώσσα έχει ως βασικό κορμό την Λατινική ωστόσο υπάρχουν πλήθος λέξεων που δεν είναι, μέχρι και σήμερα κατανοητές στην υπόλοιπη Ιταλία. Ακόμα και ο γραπτός λόγος των Ενετών έχει σημαντικές διαφορές . Η επίδραση της Ενετικής Γλώσσας στην διαμόρφωση της γλώσσας των Κερκυραίων εκείνης της εποχής ήταν καθοριστική. Λέξεις που καν δεν υποψιαζόμαστε, παρόλο που τις χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα έχουν την ρίζα τους σε αυτήν . [Από εδώ και πέρα αρχίζει ένα κατεβατό παραδειγμάτων .Η λέξη τσίτο , για παράδειγμα , που χρησιμοποιούμε για να διώξουμε τον γάτο, είναι Ενετική, προφέρεται ακριβώς έτσι και γράφεται Zitto που σημαίνει, σώπασε – σκασμός!
Επίσης η λέξη Μπότζος, το μπαλκόνι δηλαδή των παλιών χωριάτικων σπιτιών όπου είχαν εξωτερική πέτρινη σκάλα και αποθηκευτικό χώρο από κάτω , προέρχεται επίσης από την Ενετική λέξη Pozo και σημαίνει ακριβώς το ίδιο. Ακόμα και σήμερα θυμόμαστε εκφράσεις των γονιών μας και των παππούδων μας που μας φαίνονται ακατανόητες . Όταν η γιαγιά ήθελε να ειρωνευτεί τον παππού που ρωτούσε αυστηρά , έλεγε : « Ορίστε !! Ήρθε για λεζάμινα ο τενέντες». Όπου λεζάμινα βγαίνει από το esaminante = εξεταστής , και Tenente = ανθυπολοχαγός. Η ακόμα μέχρι και πρόσφατα όταν κάποιος αγρότης ξεκινούσε να πάει τα προϊόντα του στην πόλη για να τα πουλήσει του έλεγαν να προσέχει γιατί «στου Τρουμπέτα έχει μαζευτεί όλο το φάρι τσίβιλι» και εννοούσαν την «φάρα των ελεγκτών του κράτους» , κάτι σαν την σημερινή Υπηρεσία δίωξης οικονομικού εγκλήματος . Επίσης πάμπολλα τοπωνύμια έχουν Ενετική προέλευση .
Το Λαζαρέτο, το νησάκι που βρίσκεται απέναντι από τις Αλυκές και πού είναι γνωστό ως τόπος εκτελέσεων μετά τον εμφύλιο πόλεμο, ονομάστηκε έτσι επειδή επί Ενετών το χρησιμοποιούσαν ως Λοιμοκαθαρτήριο. Σαν τόπο δηλαδή που άφηναν όσους είχαν μολυσματικές ασθένειες . Στην Ιταλική γλώσσα η λέξη Lazzareto είναι συνώνυμη του λοιμοκαθαρτηρίου αλλά καθιερώθηκε επειδή στην Βενετία χρησιμοποιούσαν ως λοιμοκαθαρτήριο το νησάκι του Αγίου Λαζάρου που βρίσκεται ανοιχτά της πόλης.
Οι Κάρτε Λάκουες , το τμήμα της Ευγενίου Βουλγάρεως απέναντι από το San Giacomo, κατά την πιθανότερη εκδοχή πήρε αυτό το όνομα επειδή εκεί στεγαζόταν ένα στρατιωτικό άγημα που φρουρούσε το υδραγωγείο της πόλης η Guardia del Acgua . Κατά την δεύτερη εκδοχή πήρε το όνομα από το Calle del Acgua που σημαίνει δρόμακι του νερού .
Το ακρωτήριο του παλαιού φρουρίου ,το γνωστό Καποσίδερο έχει την προέλευση του από την ονομασία Capo di San Isidoro .
Οι Κουλίνες το γνωστό προάστιο των εργατικών πολυκατοικιών πήρε το όνομά του από την ιταλική λέξη Collina που σημαίνει λόφος.
Ενώ η συνοικία Κωτσέλα έχει Μαλτέζικη προέλευση από ένα νησάκι της Μάλτας που ονομάζεται Gozo
Οι Παξινοί ονόμαζαν το καΐκι που έφερνε το ταχυδρομείο στο νησί Ταραντέλα Καριέρα . η μεν λέξη Ταραντέλα προέρχεται από ένα είδος διχτυού που οι ψαράδες ονόμαζαν έτσι γιατί το παρομοίαζαν με το δίχτυ της αράχνης Tarantella και ονόμασαν έτσι και αυτό το είδος ψαροκάικου . Η δε λέξη Καριέρα προέρχεται από την λέξη Corierre που σημαίνει διανομή .
Τον 15ο 16ο και 17ο αιώνα οι κάτοικοι του δημιουργούσαν ένα άλλο συνολικό τρόπο έκφρασης. Παράφραζαν και προσάρμοζαν πολλές από τις Ενετικές λέξεις καθώς και λέξεις με αρχαιοελληνική ρίζα.
Αντίθετα με όσα αναφέρουμε παραπάνω ,η επίδραση των άλλων προσφύγων δεν είναι τόσο εμφανής η δεν έχουμε σημαντική επίδραση στην διαμόρφωση της Γλώσσας.
Το παράξενο είναι ότι ενώ ήταν μια πολυπληθής ομάδα εποίκων και μάλιστα οικονομικά ισχυρή, για λόγους που θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε παρακάτω δεν έχουν αφήσει ισχυρά σημάδια στην γλώσσα τουλάχιστον . Η συμβολή τους στην κυριαρχία της ορθόδοξης πίστης είναι προφανής παρόλο που στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική το Βυζαντινό μοντέλο δεν υπερίσχυσε.
Οι εκκλησίες με τρούλους και βυζαντινά καμπαναριά είναι ελάχιστες στο νησί ενώ η βυζαντινή αγιογραφία έρχεται αρκετά αργότερα από Κρήτες αγιογράφους.

Κάτι ανάλογο συνέβη και με τους Εστραντιώτι του Κροκόνδηλο Κλαδά που ήλθαν στα Επτάνησα το 1485 μ.Χ .
Ο Κροκόνδηλος η Κροκόδηλος η Ακροκόνδηλος Κλαδάς με υπαρχηγούς τον Μερκούριο Μπούα και τον Δημήτριο Μποζίκη ήταν ο μεγαλύτερος ίσως φεουδάρχης της Πελοποννήσου και ο ηγέτης του στρατεύματος που αμύνθηκε της Πελλοπονήσου μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι Οθωμανοί χρειάστηκε να πολεμήσουν δεκατρία χρόνια έως ότου καταφέρουν να εκδιώξουν τους μαχητές της Πελλοπονήσου. Η σημαία τους είχε ένα μαύρο δικέφαλο αετό σε κόκκινο φόντο, και ήταν η πολεμική σημαία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Προέρχονταν από Αλβανούς που κατέβησαν στην Πελλοπόνησο την εποχή των Βυζαντινών και ομιλούσαν μια γλώσσα που περιείχε βασικά αρχαία Ιλλυρικά και Λατινικά, τις βασικές δηλαδή γλώσσες πάνω στις οποίες στηρίζεται η σημερινή Αλβανική γλώσσα. Τους πλυθησμούς αυτούς είχαν φέρει στην Πελοπόννησο οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου Μανουήλ Καντακουζηνός το 1350 , Νέριος Ατζαϊόλης το 1384 και ο Θεόδωρος Παλαιολόγος το 1405.
Στην Κέρκυρα, αν και δεν γνωρίζουμε το αριθμό, θα πρέπει να ήλθαν μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τρεις ως πέντε χιλιάδες . Πολλοί έμειναν στην περιοχή που σήμερα ονομάζουμε «Στρατιά», πάνω από τη Γαρίτσα, που εκείνη την εποχή η περιοχή ονομάστηκε «Αναπλίωτικα». Πήραν κτήματα και αποτελούσαν για παρά πολλά χρόνια ένα σώμα πολιτοφυλακής .
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την επίδρασή τους στην διαμόρφωση της Γλώσσας μας. Αυτό μπορεί ίσως να εξηγηθεί ως εξής : Οι πληθυσμοί αυτοί έζησαν σε συνθήκες όπου το βάρος της ενοποίησης δεν δινόταν στην κοινή γλώσσα αλλά στην κοινή Θρησκεία. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία αλλά και η Οθωμανική αργότερα δεν έκαναν καμιά σημαντική προσπάθεια για την επιβολή μιας ενιαίας γλώσσας στην επικράτεια τους. Επομένως δεν υπήρχε το αίσθημα που υπάρχει ακόμα και σήμερα για την σημασία της γλώσσας ως ενοποιητικού στοιχείου παρόλο που στο ύστερο Βυζάντιο όμως από 12ο αι. και έως το τέλος ,η Ελληνική ήταν μια ισχυρή ταυτότητα του βυζαντινού.
Οι Στραντιώτι αφενός δεν ένιωθαν καμία ιδιαίτερη σημασία για την αξία της διατήρησης της γλώσσας τους , αφετέρου βρέθηκαν σε ένα περιβάλλον φιλικό για αυτούς και ισχυρότερο πολιτιστικά με συνέπεια να αφομοιωθούν . Δεν συνέβη το ίδιο και με την θρησκεία όπου ακριβώς επειδή την θεωρούσαν πολύ σημαντικό στοιχείο της ταυτότητας τους την διατήρησαν με την ανοχή των Ενετικών αρχών.
Αντίθετα στη Ζάκυνθο φαίνεται να είχαν μια εμφανή επίδραση τόσο στη γλώσσα όσο και στα έθιμα. Όπως αναφέρεται στο άρθρο του Δικαίου Βαγιακάκου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ και αφορά την καταγωγή του Διονυσίου Σολωμού από το γένος της μητέρας του, με τίτλο «Οι Νίκλοι της Ζακύνθου», αναφέρονται τα εξής «..Κατόπιν τούτου, ήτο πολύ φυσικόν το πλήθος των Μανιατών να ασκή επίδρασιν εις τον δημόσιον βίον και τα έθιμα των Ζακυνθίων, αλλά και εις την διάλεκτον της περιοχής εις την οποίαν κατώκουν. Ούτω, ο Προβλεπτής Marco Basadonna Revorsi εις έκθεσίν του της 6ης Μαρτίου 1546 προς τον Δόγην γράφει ότι «έχει πολύ αυξηθή ο αριθμός των ξένων εις την πόλιν και τα περίχωρα, ιδίως των Κορωναίων και των Μανιατών, ώστε συνενούμενοι κατά τας εκλογάς, εκλέγουν κατ’ έτος τους κατά την γνώμην των άξιους, πράγμα το όποιον επιφέρει την αποτυχίαν των εντοπίων και την δημιουργίαν παραπόνων». Ό Μύλλερ επίσης αναφέρει ότι «εις την ανάμειξιν του πληθυσμού απέδιδον οι Βενετοί διοικηταί και την δυσκολίαν της τηρήσεως της τάξεως εις την νήσον. Και μάλιστα οι φόνοι ήσαν συχνοί και οι εκ Μανής μετανάσται ετήρουν και προς τους Ζακυνθίους την συνήθειαν της εκδικήσεως του αίματος…».



Οι Κρητικοί και οι Κύπριοι φαίνεται ότι μπόρεσαν να διατηρήσουν πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής Γλώσσας παρά την μακραίωνη επαφή τους τόσο με τους Ενετούς όσο και αργότερα με τους Οθωμανούς. Όπως αναφέρει η Χρύσα Μαλτέζου στο βιβλίο της «Κρήτη , ιστορία και πολιτισμός» «…Σε πολλές εκθέσεις αξιωματούχων από τη Βενετία παρουσιάζεται η γλωσσική αφομοίωση και η θρησκευτική διάβρωση των παλαιών βενετικών οικογενειών. Ο Ιάκωβος Foscarini γράφει ότι οι παλιοί Ενετοί «έχουν ξεχάσει εντελώς την ιταλική γλώσσα και, επειδή δεν υπάρχει σε κανένα χωριό του νησιού η δυνατότητα να λειτουργηθούν σύμφωνα με το λατινικό δόγμα, είναι αναγκασμένοι μένοντας στο χωριό…να βαφτίζουν τα παιδιά τους, να παντρεύονται και να θάβουν τους νεκρούς τους, σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα και τα ελληνικά έθιμα. Και αυτοί είναι οι Βενιέρηδες, οι Μπαρμπαρίγοι, οι Μοροζίνηδες, οι Μπόνοι, οι Φοσκαρίνηδες, ..» [αυτό συνέβη και στην Κέρκυρα, σύμφωνα με την Α. Νικηφόρου: «Θρησκευτικές τελετές στην Κέρκυρα….»]
Η συμβολή των Κρητών στην διαμόρφωση της γλώσσας μας είναι εμφανέστατη. Για παράδειγμα λέξεις όπως περαθιό , κατωθιό τις έφεραν οι Κρητικοί και μάλιστα τις συναντάμε πιο έντονα σε χωριά όπου οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν Κρήτες όπως Άγιοι Δέκα , Σταυρός, Επισκοπή, Κρητικά , κλπ. Επίσης το άρθρο Τσί προέρχεται από τους Κρητικούς και μάλιστα η χρήση του ήταν πολύ περισσότερη και πολύ περισσότερο «Κρητική» όσο προχωράμε βαθύτερα στο χρόνο.

Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα ένα από τα χαρακτηριστικότερα ποιήματα της Κρήτης εκείνης της Περιόδου ( ο Βιτσέντζο Κορνάρος το έγραψε την εποχή της κατάληψης της Κρήτης από του Οθωμανούς) , έγινε αντικείμενο γλωσσολογικής μελέτης από Κερκυραίους διανοούμενους του περασμένου αιώνα όπως ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης και μάλιστα υπήρξε και έκδοση του προσαρμοσμένο στην υπό διαμόρφωση Κερκυραϊκή Γλώσσα . Μάλιστα υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να έχει γίνει στην Κέρκυρα η πρώτη μελοποίηση του . Όπως αναφέρει σε μελέτη ο Στέφανος Κακλαμάνης καθηγητής Νεοελληνικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Κρήτης «….Το 1713 κυκλοφόρησε στη Βενετία η πρώτη έκδοση του έργου από τον τυπογράφο Αντώνιο Bortoli. Στον πρόλογό του ο Bortoli, αναφερόμενος στους λόγους που τον παρακίνησαν σε μια τόσο πολυδάπανη πρωτοβουλία, προσθέτει την πληροφορία ότι στα χρόνια του ο Ερωτόκριτος γνώριζε μεγάλη διάδοση ανάμεσα στους Κρητικούς που είχαν καταφύγει στα Επτάνησα μετά την κατάκτηση της πατρίδας τους από τους Τούρκους. Τονίζει επίσης τον κόπο και τον μόχθο που (ο ανώνυμος Κρητικός επιμελητής) κατέβαλε για να διορθώσει το κείμενο, το οποίο στα διάφορα χειρόγραφα που είχε στη διάθεσή του ήταν γεμάτο «σφάλματα, αλλοιώσεις, παραλλαγές και διαφθορές σχεδόν ακατάληπτες»…»
Πολλές λέξεις που χρησιμοποιεί ο ποιητής τις χρησιμοποιούμε στην Κέρκυρα μέχρι και σήμερα . Αναφέρω μόνο μερικά αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο .

«….Καβαλικευγει σαν αϊτός στο φόρο κατεβαίνει….»

«….τη θυγατέρα του Ρηγός , τ’αφέντη μας την κόρη
οπ’άνεμος δε τσή δωκε ,ουδ’ήλιος την εθώρει..»

«….Αδέρφι δε μπορώ στο κόσμο πλιό να ζήσω…..»

«….και τα’άρματά του με μαγνιά ήτανε σκεπασμένα
Και με χρυσά αποπανωθιό δέντρα περιπλεγμένα…..»

Επίσης πολλές λέξεις που βρίσκουμε στο ποίημα τις χρησιμοποιούμε και εμείς όπως Αγκούσα, Αδειά, Ανάπαψη, Απόστα, Ανυφαντής, Αργατινή, Αρθούνι, θαράπαψη, Κανίσκι, Νοδάρος, Ξεπεριορίζωμαι, Ογκιά, Παβιόνι, Πλιός, Ριμάρω, Σκότιση, Τζόγια, Φλέτζα, Φόρος και πολλές άλλες.




Τέλος το πλήθος των ονομάτων «Ρωτόκριτοι» και «Αρετές» που συναντάμε στα χωριά ,κυρίως με μεγάλη Κρητική παράδοση φανερώνει την ανθεκτικότητα των παραδόσεων .
Χρειάζεται νομίζω να υπογραμμίσουμε εδώ ότι οι διανοούμενοι εκείνων των εποχών απέφευγαν να γράφουν στην γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο λαός ακόμα και άν τα έργα τους σήμερα τα χαρακτηρίζουμε αυθεντικά λαϊκά έργα. Όπως γράφει στον πρόλογο του «Ερωτόκριτου» ο Γιάννης Μαυρομάτης « ..ο Βιντζενζο Κορνάρος αποφεύγει συστηματικά τα «λόγια» στοιχεία και πολλές λέξεις απ’όσες ήταν σε χρήση στον προφορικό λόγο…». Έτσι εξηγείται γιατί και η γλώσσα των διανοουμένων και της Γραφειοκρατίας και στην Κέρκυρα ήταν σχεδόν ακατανόητη για τον λαό.
Οι Κρητικοί επέδρασαν σημαντικά και σε άλλους τομείς της πολιτιστικής μας παράδοσης όπως για παράδειγμα στην τοπική ενδυμασία ,όπως αυτή καθιερώθηκε στις μέρες μας, καθώς και στην τεχνοτροπία της αγιογραφίας . Στο Βυζαντινό μουσείο της Κέρκυρας , στον Ναό της Παναγίας της Αντιβουνιώτησας στα μουράγια , οι αγιογραφίες με βυζαντινή τεχνοτροπία της Κρητικής σχολής κυριαρχούν χρονολογικά αμέσως μετά την άφιξη των εποίκων Κρητικών στην Κέρκυρα.




ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (Γάλλοι Δημοκρατικοί, Επτάνησος πολιτεία, Γάλλοι Αυτοκρατορικοί, Αγγλοκρατία, Ένωση των Επτανήσιων με την Ελλάδα 1797μ.Χ – 1864 μ. Χ).


Η περίοδος που ακολουθεί είναι για την Κέρκυρα και γενικά για τα Επτάνησα , εποχή μεγάλης αστάθειας και μεγάλων ιστορικών αλλαγών .
Μετά την Γαλλική επανάσταση τα στρατεύματα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη αποβιβάζονται στην Κέρκυρα και στα δύο χρόνια που βρίσκονται στο νησί αρχίζει η ουσιαστική αποδόμηση του προαιώνιου καθεστώτος της Αριστοκρατίας.
Η εξέγερση των Κερκυραίων εναντία στο διεφθαρμένο και ιστορικά παρακμασμένο φεουδαρχικό καθεστώς , το «ρεμπελιό των ποπολάρων» στη Ζάκυνθο, γίνεται υπό την ένοπλη κάλυψη και συμμετοχή των Γάλλων Δημοκρατικών.
Η αριστοκρατία αμύνθηκε υποδαυλίζοντας αντιδράσεις για διάφορα , θρησκευτικού χαρακτήρα ζητήματα , όπως για την συμμετοχή της εβραϊκής κοινότητας στην δημοκρατική αντιπροσωπευτική συνέλευση .
Παρά τις αντιδράσεις όμως και παρά το βραχύβιο της παραμονής των Γάλλων , ο δρόμος για την κατάρρευση της αριστοκρατίας είχε ανοίξει.
Συμβόλαια , χρεόγραφα , τίτλοι ιδιοκτησίας των μεγάλων οικογενειών και δυστυχώς πολλά ιστορικά έγγραφα , καίγονται στην πάνω Πλατεία ή στο σημερινό Πεντοφάναρο.
Μέλη οικογενειών της αριστοκρατίας απαγχονίζονται και άλλοι στέλνονται ως εργάτες γης σε αγροτικές οικογένειες . Πολλοί από αυτούς εξοντώθηκαν από τους χωρικούς επειδή δεν άντεχαν τις σκληρές αγροτικές εργασίες και άλλοι πέθαναν από τις αρρώστιες και τις άσχημες συνθήκες ζωής.
Οι Κερκυραίοι Ιακωβίνοι με αρχηγό το Γρασσέτη κατάφεραν μέσα σε δυο χρόνια να δημιουργήσουν ένα νέο ιστορικό σκηνικό.
Οι Μαντουκιώτες Ιακωβίνοι ήταν από τους τελευταίους υπερασπιστές του παλαιού φρουρίου κατά την πολιορκία των Ρωσσότουρκων και την παράδοση των Γάλλων δημοκρατικών.
Η σύντομη περίοδος τόσο των Γάλλων δημοκρατικών, της Επτανήσου πολιτείας όσο και των Γάλλων Αυτοκρατορικών δεν άφησε ιδιαίτερα σημάδια και επιρροές στην γλώσσα των Κερκυραίων . Ορισμένες λέξεις καταγράφονται στο γλωσσάριο που ακολουθεί όπως για παράδειγμα η λέξη Μποκές που προέρχεται από την Γαλλική λέξη Bouguette .


Η περίοδος της Αγγλοκρατίας που ακολούθησε (1814 μ.Χ -1864μ.Χ) ήταν η εποχή μεγάλης οικοδομικής δραστηριότητας και επέκτασης της πόλης, καθώς και των πρώτων δειλών βημάτων της βιομηχανικής ανάπτυξης της Κέρκυρας.
Το 1819 έρχονται οι πρόσφυγες από την Πάργα η οποία πέρασε στο έλεγχο των Οθωμανών, και το 1828 προστίθενται στον πληθυσμό οι 5.000 Μαλτέζοι εργάτες που ήταν φημισμένοι τεχνίτες πέτρας και κατοίκησαν στις παρυφές της πόλης , στου Κωτσέλα , στους Καπουτσίνους και στο Σολάρι.
Οι Μαλτέζοι κράτησαν τις θρησκευτικές τους παραδόσεις, γλωσσικά όμως ενσωματώθηκαν. Άλλωστε η νεοσύστατη αστική τάξη τους θεωρούσε υποδεέστερους και οι ίδιοι ένοιωθαν για πολλά χρόνια ως ξένοι οικονομικοί μετανάστες.
Στην περίοδο της Αγγλοκρατίας έχουμε μια μικρή αλλά εμφανή επίδραση στην διαμόρφωση της γλώσσας.
Μολονότι οι Κερκυραίοι δεν συμπαθούσαν τους Άγγλους αφενός, αλλά θεωρούσαν και εξαιρετικά δύσκολη τη γλώσσα τους, αρκετές λέξεις ενσωματώθηκαν στο λεξιλόγιο μας εντελώς παραφρασμένες. Η λέξη «Πίτσιρουρή» που χρησιμοποιούσαν τα παιδιά στα παιχνίδια του δρόμου και υποδήλωνε ευστοχία ( «το πίτυχε μες στο πιτσιρουρή»), έχει αγγλική προέλευση . Οι Άγγλοι παίκτες του Κρίκετ όταν πετύχαιναν το στόχο τους αναφωνούσαν “Pitch in the ring” που σημαίνει, σε ελεύθερη μετάφραση, «στο κέντρο του δακτυλιδιού» και εννοούσαν «διάνα».
Επίσης το γνωστό αποξηραμένο ψάρι Στακοφίσι που αποτελεί μέρος της παραδοσιακής Κερκυραϊκής κουζίνας προέρχεται επίσης από τις Αγγλικές λέξεις Stock fish που σημαίνουν «αποθηκευμένο ψάρι» .


Ο ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ ΛΟΓΟΣ
Η γλωσσική προσαρμογή μας και συμμετοχή μας στην νέα Ελληνική Γλώσσα ήταν ένα ιστορικό ευτύχημα. Η συμμετοχή μας στην διαρκή διαμόρφωση μιας γλώσσας που εδράζει στην Αρχαία Ελληνική μας έδωσε την ευκαιρία να ζυμωθούμε με μια από τις σπουδαιότερες γλώσσες του ανθρώπινου πολιτισμού. Δεν είναι μόνο η γοητεία που ούτως η άλλως ασκεί η αρχαία ελληνική αλλά και οι δυνατότητες οι οποίες «κληροδοτήθηκαν» στην νέα Ελληνική. Η γλώσσα μας σήμερα είναι μια από τις περισσότερο εύπλαστες γλώσσες. Ο καθένας μπορεί να δημιουργήσει μια νέα λέξη προκειμένου να περιγράψει καλύτερα κάτι, χωρίς να κινδυνεύει να αντιμετωπίσει έναν άκαμπτο γλωσσικό νόμο.
Κάποτε συνομιλούσα με έναν Ιταλό διανοούμενο (ο οποίος έχει σπουδάσει συν τοις άλλοις και την αρχαία Ελληνική). Στην διάρκεια την συζήτησης προσπαθούσε να βρει μια κατάλληλη λέξη. Προκειμένου να τον διευκολύνω του πρότεινα την λέξη «αιωνιοποίηση» . Με κοίταξε κατάπληκτος και με ρώτησε αν υπάρχει στο λεξιλόγιο μας τέτοια λέξη. Του απάντησα ότι δεν ξέρω και ότι απλώς νομίζω ότι μια τέτοια λέξη θα μπορούσε να ορίσει κάτι που από πεπερασμένο μετατρέπεται σε αιώνιο. Μου απάντησε ότι είμαστε πολύ τυχεροί που μιλάμε αυτή τη γλώσσα.
Την ίδια τύχη είχαμε που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας πολλά από τα στοιχεία της παλαιάς γλώσσας των Κερκυραίων και ταυτόχρονα την ατυχία να παρατηρούμε άπραγοι την σταδιακή της εξαφάνιση.
Είχαμε την ιστορική ευκαιρία να ζυμωθούμε γλωσσικά ανάμεσα στις σπουδαιότερες και θεμελιώδεις Γλώσσες του ανθρώπινου πολιτισμού . Λίγοι πληθυσμοί είχαν μια ανάλογη ευκαιρία .
Αυτό ακριβώς μας δίνει την δυνατότητα να αντιμετωπίζουμε με θαυμασμό και σεβασμό την ιδιαίτερη πορεία του πολιτισμού του κάθε τόπου. Ενώ ταυτόχρονα μας υποχρεώνει να δείξουμε τον ίδιον σεβασμό για τον δικό μας πολιτισμό.
Αυτή την στιγμή λειτουργούν στην Ελλάδα πάνω από δέκα τμήματα Γλωσσολογίας αντίστοιχων φιλοσοφικών σχολών των πανεπιστημίων μας. Χρειάζεται επιτέλους να ξεκινήσει μια σοβαρή προσπάθεια πάνω στις γλώσσες που συναντήθηκαν εδώ.
Η ιστορικότητα της Κέρκυρας δεν είναι καταγραμμένη μόνο στην αρχιτεκτονική της κληρονομιά, Ούτε είναι μια αξία τουριστικής χρήσης. Είναι αποτυπωμένη παντού και αφηγείται τον πολιτισμό μας. Είναι η ψυχή μας , το παρελθόν μας, η κληρονομιά μας και απαιτείται να δείξουμε τον σεβασμό που τους αρμόζει .Ο τόπος μας εξακολουθεί να είναι ένα πεδίο πολυεθνικής πολιτισμικής επαφής . Αξίζει να το ανακαλύψουμε να το γνωρίσουμε και να το αναδείξουμε.








ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Κερκυραϊκό γλωσσάρι ιδιωματικών και τεχνικών όρων του Τμήματος Κέρκυρας του Τ.Ε.Ε. υπό του Ραψομανίκη Ιωάννη.
2. Η νήσος των Κορυφών τον 16ο αιώνα . Χ. Κόλλας
3. Οι Κερκυραίοι και οι «ξένοι» εν Κερκύρα. Σ. Κατσαρού έκδοση του 1960.
4. Η οικονομία της Κέρκυρας επί Αγγλικής προστασίας 1815-1864. Λουκιανού Ζαμίτ
5. Dizionario del dialetto Veneziano . Giuseppe Boerio Venezia 1856.
6. Βεντάριο Παξινών λέξεων . Σπύρου Μπογδάνου Δημάρχου Παξών.
7. Το Σκριπερό. Χ. Γουλής.
8. BROWNING, R. 1991. Η μεσαιωνική και νέα ελληνική γλώσσα. 2η έκδ. συμπληρωμένη με την προσθήκη δύο άρθρων του συγγραφέα. Μτφρ. Μ. Ν. Κονομή. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδήμα. ,
9. Έλληνες στρατιώται εν τη Δύσει και αναγέννησις της Ελληνικής τακτικής, Αθήνα 1885. Κ. Σάθας.
10. ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Ν. 2005. Παρατηρήσεις στη φωνητική, τη μορφολογία και τη σύνταξη του κερκυραϊκού ιδιώματος. Στο «Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα». Πρακτικά της 25ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 7-9 Μαΐου 2004, 19-30. Θεσσαλονίκη.
11. ΧΥΤΗΡΗΣ, Γ. 1982. Η παρουσία της αρχαίας ελληνικής στο κερκυραϊκό ιδίωμα. Δελτίο Αναγνωστικής Εταιρίας Κέρκυρας 19:33-48.
12. Κερκυραικό Γλωσσάρι. Γεράσιμου Χυτήρη.
13. Λαογραφικά σύμμεικτα Παξών.
14. Χώρος και πλυθησμός της Κέρκυρας του 17ου αιώνα. Χ. Κόλλας.
15. Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. A. Χριστίδης.
16. Ερωτόκριτος και Αρετούσα . Βιντζένζο Κορνάρο.
17. ΚΟΝΤΟΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. Γ. 2000. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής. 3η έκδ. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
18. Κρήτη Ιστορία και Πολιτισμός του Συνδέσμου τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων Κρήτης Βίλλυ Τσάκωνα
19. Οι Νίκλοι της Μάνης . Δικαίος Βαγιακάκος
20. MACKRIDGE, P. 1990. Η νεοελληνική γλώσσα. Μτφρ. Κ. Ν. Πετρόπουλος. Αθήνα: Πατάκης.
21. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Γ' (1968), σ. 50-53. Απόστ. Ε. Βακαλόπουλος,
22. Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, Αθήνα 1869, σ. 37-38. Κ. Σάθας,
23. Ιστορία της Κέρκυρας . Σ. Κατσαρού.
24. Κοινωνιολογία του Κερκυραικού Λαού.
Οδυσσέας-Κάρολος Κλήμης.
25. Αρθρο του Κων/νου Α. Καρακάση στο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ Τ. 11 Δεκέμβριος 1998.
26. Οι πρώτοι κάτοικοι της ΣΦΑΙΡΙΑΣ Βας. Π. Κουτούζης.
27. Οι Έλληνες Αρβανίτες . Κωνσταντίνος Μπίρης.
28. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών), τ. Ι' (1974), σ. 276-279.
29. Dizionario Veneziano-Italiano Prof. Giuseppe piccio , Venezia ,Libreria Emiliana Editrice 1928.
30. Dizionario Italiano Dott. Enrico Olivetti.
31. Dizionario Italiano , Mandeson.
32. Dizionario Latino-Italiano e Italiano-Latino a cura di Olivetti Communication.
33. Atlante Storico Fontamentale, Istituto geografico DeAGOSTINI.